ζώγραφος

ζώγρᾰφ-ος, , (ζωός or ζωή, γράφω)
A one who paints from life or from nature, Hdt.2.46, Pl.Grg.448c, 453c, Lg.656e, etc.: metaph.,

πολιτειῶν ζ. Id.R.501c

: generally, painter, Luc.Herod.4, Epigr.41. (ζωγρ- without iota, PSI4.346, 407 (iii B.C.), SIG682.3 (ii B.C.), Pap. in Abh.Berl.Akad.1904(2).6(ii B.C.), EM 412.53: so

ζωγραφία SIG960.13

(ii B.C.), Phld.Rh.2.166S.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ζωγράφος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζώγραφος — one who paints from life masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωγράφος — Επώνυμο αγωνιστών του 1821. 1. Αθανάσιος. Γιατρός που καταγόταν από τα Καλάβρυτα, αλλά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Πάντοβα της Ιταλίας και μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1820, από τον μητροπολίτη Αθηνών, Διονύσιο. Κατά τη διάρκεια της …   Dictionary of Greek

  • Ζωγράφος — Sp Zogrãfas Ap Ζωγράφος/Zografos L Atika, Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • ζωγράφος — ο, η 1. αυτός που ζωγραφίζει. 2. εκείνος που έχει την ικανότητα να περιγράφει ή να παρασταίνει κάτι με ζωντάνια: Ζωγράφος της ανθρώπινης ψυχής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζωγράφος — [эографос] ουσ. а. художник, живописец …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ζωγράφος, Γεώργιος — I (10ος αι.). Αγιογράφος. Θεωρείται από τους πρωτοπόρους της αγιορείτικης αγιογραφικής σχολής. Το όνομά του αναφέρεται στο Τυπικό του Αγίου Όρους το οποίο είχε συνταχθεί στα χρόνια του αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Ιωάννη Τσιμισκή. II (1863 – 1920) …   Dictionary of Greek

  • Ζωγράφος, Παναγιώτης — (19ος αι.). Λαϊκός ζωγράφος από τη Μάνη. Είναι γνωστός από τις εικόνες της Ελληνικής Επανάστασης που φιλοτέχνησε (1836 39) κατά παραγγελία του στρατηγού Μακρυγιάννη. Πληροφορίες για τη ζωή του δεν υπάρχουν. Ο Μακρυγιάννης αναφέρει μόνο πως… …   Dictionary of Greek

  • Ζωγράφος, Αντώνιος — Αγωνιστής του 1821, από την Κρήτη. Είναι γνωστός και με το επώνυμο Ξανθουδίδης. Αφιέρωσε τη ζωή του στους εθνικούς αγώνες της Κρήτης. Το 1866 πρωτοστάτησε στην εξέγερση των κατοίκων των ανατολικών επαρχιών και τον ίδιο χρόνο πήρε μέρος στη… …   Dictionary of Greek

  • Ζωγράφος, Δημήτριος — (1871 – 1940). Συγγραφέας. Διετέλεσε προϊστάμενος του γραφείου γεωργικών δημοσιεύσεων του υπουργείου Γεωργίας. Έγραψε πολλά έργα, κυρίως γεωργικού περιεχομένου, τα κυριότερα από τα οποία είναι: Ιστορία της Ελληνικής Γεωργίας, Ιστορία της ιδρύσεως …   Dictionary of Greek

  • Ζωγράφος, Ιωάννης — (Καλάβρυτα 1844 – Αθήνα 1927). Οικονομολόγος, πανεπιστημιακός και πολιτικός. Σπούδασε νομικές επιστήμες στο πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης και διετέλεσε γραμματέας και καθηγητής του Εθνικού Πανεπιστημίου από το 1878 έως το 1882. Στο διάστημα 1885… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.